Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Ἆισμα κατεπείγοντος συμβιβασμοῦ


Ξορκίζω τῆς ψυχῆς μου τό μαῦρο.
Προσπαθῶ νά  ἐνσαρκωθῶ τό ροζ τῶν σκέψεών σας
καί τό  λευκό πού  δικαιωματικά  ταιριάζει
στούς  ἄσπιλους  κί ἀμόλυντους τρόπους  σας.

Παλεύω ν΄ ἀποτινάξω κάθε τι ἄρρωστο καί  μηδενιστικό
γιατί σύμφωνα μέ τίς σοφές σας διδαχές
νοσεῖ ὁτιδήποτε θέτει σἐ ἀμφισβήτηση
ἐκείνη  τήν ὔπέρλαμπρη αἰσθητική σας.

Ναρκώνω τή φαντασία μου.
Κατακριτέα γιά σᾶς τά  ὁράματα ,
ταιριάζουν  σ'  ἀλαφροΐσκιωτους καί σχιζοφρενεῖς.

Σκουπίζω τό δάκρυ μου καί σιωπῶ.
Λέτε πῶς  οἱ  φωνές καί τά δάκρυα
ὀξύνουν τό  μεταξύ μας χάσμα.

Μιμούμενος τό   ὑποκριτικό μειδίαμα
ἀλήθεια ! Ὡραῖο τό δικό σας προσωπεῖο,
κάνω τό πᾱν γιά νά κερδίσω
τή ζωτική γιά τό σωφρονισμό μου ἐμπιστοσύνη
και την ἀνέμελη καί γλυκειά σας παρέα.

Συμμερίζομαι τίς ἐλπίδες σας .
Βυθισμένοι σ'  ἀέναη μακαριότητα,
χωρίς νά δράσετε καί νά  σκεφτεῖτε σοβαρά
-ἐξάλλου ποῦ  καιρός για τέτοια;-
ἵσως κάποτε βρεῖτε τήν πολυπόθητη λύση.


Γιά  λίγο -ἔστω  μιά  στιγμή- θά γιορτάσω  μαζί σας.

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Οντολογία




Τελικά μ΄ἀρέσουν οἱ ἄνθρωποι.
Στό βλέμμα τους ἀχνοφαίνεται
μιά δυσανάγνωστη μελαγχολία,
Πάντα κινούμενος ἀπό περιέργεια καί οἶκτο,
πασχίζω   νά τούς  ἀποκρυπτογραφήσω.

Συζητῶντας μαζί τους , νιώθω νά ξεπηδᾷ
τό δαιμόνιο πού  συνέχει την ὔπαρξή τους
καί προσπαθῶ νά ἐμπεδώσω τούς νόμους
 τῆς ἀθεράπευτης μικρότητας.

Παρατηρῶντας τους νά βυθίζονται
στήν ἀδυσώπητη τάφρο τοῦ χρόνου,
γίνομαι μύστης λαμπρότατης  ἱεροτελεστίας.
 Σωπαίνοντας εὐλαβικά  προσπαθῶ  ν΄ ἀπαλύνω
τόν ἀδάμαστο τοῡ ὀλέθρου φόβο.

    Ἐπιμύθιο

Ἐγώ, βλάστημα προαιωνίου Μήτρας
περιμένω καρτερικά τήν ἐπάνοδο
 μιᾶς θλιμμένης Περσεφόνης.


Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Προσμένοντας ...

Οἱ λεγεῶνες τῶν Πραιτοριανῶν ἔχουνε κατακλύσει τήν ἀγορά.
Μετά βαΐων καί κλάδων ὑποδεχόμενοι
σήμερα καταφτάνουν οἱ βάρβαροι τροπαιοῦχοι.
Φαίνεται  οἱ μακροχρόνιες πρεσβεῖες μας
ἔπιασαν ἐπιτέλους τόπο.
Στήν κραταιά Σύγκλητο ἑτοιμάζονται
νέες γονυκλισίες καί παρακλήσεις
γιά νά ἐξευμενίσουν τούς “αὐστηρούς και προκομμένους” ἐπισκέπτες.
Οι αὐλικοί τοῦ  παλατίου καί οἱ σοφοί κραυγάζουν
παίρνοντας τό γνωστό περισπούδαστό ὕφος  :
-Νά δεχτεῖτε ἀγόγγυστα τίς νέες θυσίες
καί  ὅλες τίς ἀπαιτούμενες ὑποχωρήσεις.
Ἄν ἀκολουθήσουμε τίς ἐπιταγές τους
σύντομα θά ΄χουμε ἐκείνη τήν πολυθρύλητη ἀνάκαμψη.
Σύντομα  θά ἐμπλουτίσουμε τόν ἱππόδρομο μέ   θεάματα καινοφανῆ .
 Νέα  χαμαιτυπεῑα μέ κόρες εὔμορφες καί σφριγηλές σας προσμένουν.

Ἡ ὁμήγυρις  φαίνεται νἀ κραυγάζει "Ζήτωωω" ὁμοθυμαδόν ,
ὠστόσο κάποιοι "ἀγροῖκοι" ἀμφισβητούν τόν διάχυτο τοῦ πλήθους θαυμασμό,
γιουχάρουν τ΄ ἀπατηλά λόγια τῶν δημοπιθήκων
ντρέπονται  καί πονοῦν γιά τήν ἠθική ἔκπτωση τοῦ ὄχλου
γνωρίζοντας πῶς οἱ βάρβαροι καί οἱ ὀπαδοί τους
δέν δύνανται νά προσφέρουν πιά καμιά λύση.


Ἐπίγραμμα


Στά τεμένη τού Ἄμμωνος Ἔρωτα σέ συνάντησα ἐκστασιασμένη Σίβυλλα νά ἑρμηνεύεις τόν ἀκατάληπτο ἀχό πού μέ μάνητα τραντάζει τό σῶμα μου. Μετά σιωπή…

Ὀλυμπιακόν Ἔλεγος

Ἀρχαῖο πνεῦμα νεκρό , ἄθλιο κουφάρι
παραμορφωμένο μ' ἀμποῦλες ἀναβολικῶν.
Κίβδηλο μέταλλο περίτεχνα σμιλευμένο
προσφέρουν ἀφειδῶς ἀργυρώνητοι ἑλλανοδίκες.
Ἅμιλλα , ἀλκή, ὑστεροφημία, ἐκεχειρία
ἀπανθρακωμένες θύονται  σε Κερδῶο βωμό .
 Κάλπικες γραφίδες, ἰαχές  Ἐπινίκων αἰνοῦν
σέ φανταχτερά χαρτιά καί ἔγχρωμα τελεβίζια
ἄθλους θνησιγενεῖς ἑώλων  Ἡρακλείδων.

Πανάρχαιο τό δῶρο τοῦ Πυρφόρου θεοῦ
ταξιδεμένο ἀπό τά τεμένη τῆς Ἄλτης
μάταια προσπαθεῖ νά ξορκίσει τό σκότος,
μάταια προσπαθεῖ νά φωτίσει τά πλήθη.


Αυτοανάφλεξη

Σάν τήν κρυμμένη φλόγα κοιμωμένου ἠφαιστείου,  ἔτσι και τά δικά μας πάθη στοιβάζονται στά ἐνδότερα δώματα τῆς ψυχής  περιμένοντας στωϊκά τήν άποφράδα ἐκείνη ἡμέρα πού θά ἐκραγοῦν σκορπίζοντας στόν αἰθέρα τό κατακερματισμένο εἶναι μας.


Καλαμάτα 2009 μ.Χ.


Ἀνθρωπόμορφα σκιάχτρα σμίγουν στόν δρόμο μου,
βιαστικά βήματα ἴχνος παραφροσύνης,
φυλακισμένα ὄνειρα στό ἄντρο τῆς βιασύνης.
Κινούμενα χέρια, φραγγέλια στόν  ὦμο μου,
 πλησιάζουν γιά νά μ΄ ἀσπαστοῦν,
καί  χάνονται  στό πλῆθος , καθώς πλανιέμαι
πένης στούς δρόμους πού  άτένισα ξέγνοιαστος.

Κινούμενα χέρια, φραγγέλια στόν  ὦμο μου.
Παιδικές άναμνήσεις,  γινήκαν  τσιμεντόκτιστες Ἐρινύες.
Ἀθῶες παρορμήσεις, χάθηκαν στά παζάρια και τις φωταψίες.
Οἱ σκουριασμένοι λεπτοδεῖκτες δέ γυρίζουν.
Ἄλλη μια νύχτα νά  κυλᾷ σαδιστικά…
Νεκρά τοιχία , τή σκέψη τεμαχίζουν

σύντροφοι στά πικρά μου μυστικά.

Ζωή βαρύ ποτό




Τήν κερνῶ βαρύ ποτό στά βάραθρα τῆς λήθης.




Μιλῶ γιά τή ζωή πού με μαχαιροχτυπᾱ.


Γιά τό θνησιγενές ῥόδο


πού ἀλύπητα ὁ ἄνεμος ξεσκίζει.


Μέ τό στόμα πού ἔξαφνα θά κλείσει, μιλῶ,


στό δάκρυ πού εἶναι τοῦ χαμοῦ ἀμανάτι.


Νερό τῆς Ἄρνης πότισε τά χείλη μου ...


Δίκαιε αὐλέ τῆς Λήθης


συνόδευσέ με στό πρῶτο τραγούδι.


Τό τραγούδι τῆς ζωής πού με μαχαιροχτυπᾶ.