Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Προσμένοντας ...

Οἱ λεγεῶνες τῶν Πραιτοριανῶν ἔχουνε κατακλύσει τήν ἀγορά.
Μετά βαΐων καί κλάδων ὑποδεχόμενοι
σήμερα καταφτάνουν οἱ βάρβαροι τροπαιοῦχοι.
Φαίνεται  οἱ μακροχρόνιες πρεσβεῖες μας
ἔπιασαν ἐπιτέλους τόπο.
Στήν κραταιά Σύγκλητο ἑτοιμάζονται
νέες γονυκλισίες καί παρακλήσεις
γιά νά ἐξευμενίσουν τούς “αὐστηρούς και προκομμένους” ἐπισκέπτες.
Οι αὐλικοί τοῦ  παλατίου καί οἱ σοφοί κραυγάζουν
παίρνοντας τό γνωστό περισπούδαστό ὕφος  :
-Νά δεχτεῖτε ἀγόγγυστα τίς νέες θυσίες
καί  ὅλες τίς ἀπαιτούμενες ὑποχωρήσεις.
Ἄν ἀκολουθήσουμε τίς ἐπιταγές τους
σύντομα θά ΄χουμε ἐκείνη τήν πολυθρύλητη ἀνάκαμψη.
Σύντομα  θά ἐμπλουτίσουμε τόν ἱππόδρομο μέ   θεάματα καινοφανῆ .
 Νέα  χαμαιτυπεῑα μέ κόρες εὔμορφες καί σφριγηλές σας προσμένουν.

Ἡ ὁμήγυρις  φαίνεται νἀ κραυγάζει "Ζήτωωω" ὁμοθυμαδόν ,
ὠστόσο κάποιοι "ἀγροῖκοι" ἀμφισβητούν τόν διάχυτο τοῦ πλήθους θαυμασμό,
γιουχάρουν τ΄ ἀπατηλά λόγια τῶν δημοπιθήκων
ντρέπονται  καί πονοῦν γιά τήν ἠθική ἔκπτωση τοῦ ὄχλου
γνωρίζοντας πῶς οἱ βάρβαροι καί οἱ ὀπαδοί τους
δέν δύνανται νά προσφέρουν πιά καμιά λύση.


Ἐπίγραμμα


Στά τεμένη τού Ἄμμωνος Ἔρωτα σέ συνάντησα ἐκστασιασμένη Σίβυλλα νά ἑρμηνεύεις τόν ἀκατάληπτο ἀχό πού μέ μάνητα τραντάζει τό σῶμα μου. Μετά σιωπή…

Ὀλυμπιακόν Ἔλεγος

Ἀρχαῖο πνεῦμα νεκρό , ἄθλιο κουφάρι
παραμορφωμένο μ' ἀμποῦλες ἀναβολικῶν.
Κίβδηλο μέταλλο περίτεχνα σμιλευμένο
προσφέρουν ἀφειδῶς ἀργυρώνητοι ἑλλανοδίκες.
Ἅμιλλα , ἀλκή, ὑστεροφημία, ἐκεχειρία
ἀπανθρακωμένες θύονται  σε Κερδῶο βωμό .
 Κάλπικες γραφίδες, ἰαχές  Ἐπινίκων αἰνοῦν
σέ φανταχτερά χαρτιά καί ἔγχρωμα τελεβίζια
ἄθλους θνησιγενεῖς ἑώλων  Ἡρακλείδων.

Πανάρχαιο τό δῶρο τοῦ Πυρφόρου θεοῦ
ταξιδεμένο ἀπό τά τεμένη τῆς Ἄλτης
μάταια προσπαθεῖ νά ξορκίσει τό σκότος,
μάταια προσπαθεῖ νά φωτίσει τά πλήθη.


Αυτοανάφλεξη

Σάν τήν κρυμμένη φλόγα κοιμωμένου ἠφαιστείου,  ἔτσι και τά δικά μας πάθη στοιβάζονται στά ἐνδότερα δώματα τῆς ψυχής  περιμένοντας στωϊκά τήν άποφράδα ἐκείνη ἡμέρα πού θά ἐκραγοῦν σκορπίζοντας στόν αἰθέρα τό κατακερματισμένο εἶναι μας.


Καλαμάτα 2009 μ.Χ.


Ἀνθρωπόμορφα σκιάχτρα σμίγουν στόν δρόμο μου,
βιαστικά βήματα ἴχνος παραφροσύνης,
φυλακισμένα ὄνειρα στό ἄντρο τῆς βιασύνης.
Κινούμενα χέρια, φραγγέλια στόν  ὦμο μου,
 πλησιάζουν γιά νά μ΄ ἀσπαστοῦν,
καί  χάνονται  στό πλῆθος , καθώς πλανιέμαι
πένης στούς δρόμους πού  άτένισα ξέγνοιαστος.

Κινούμενα χέρια, φραγγέλια στόν  ὦμο μου.
Παιδικές άναμνήσεις,  γινήκαν  τσιμεντόκτιστες Ἐρινύες.
Ἀθῶες παρορμήσεις, χάθηκαν στά παζάρια και τις φωταψίες.
Οἱ σκουριασμένοι λεπτοδεῖκτες δέ γυρίζουν.
Ἄλλη μια νύχτα νά  κυλᾷ σαδιστικά…
Νεκρά τοιχία , τή σκέψη τεμαχίζουν

σύντροφοι στά πικρά μου μυστικά.

Ζωή βαρύ ποτό




Τήν κερνῶ βαρύ ποτό στά βάραθρα τῆς λήθης.




Μιλῶ γιά τή ζωή πού με μαχαιροχτυπᾱ.


Γιά τό θνησιγενές ῥόδο


πού ἀλύπητα ὁ ἄνεμος ξεσκίζει.


Μέ τό στόμα πού ἔξαφνα θά κλείσει, μιλῶ,


στό δάκρυ πού εἶναι τοῦ χαμοῦ ἀμανάτι.


Νερό τῆς Ἄρνης πότισε τά χείλη μου ...


Δίκαιε αὐλέ τῆς Λήθης


συνόδευσέ με στό πρῶτο τραγούδι.


Τό τραγούδι τῆς ζωής πού με μαχαιροχτυπᾶ.