Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Διελκυστίνδα



Διαφιλονικούμενον ἔδαφος Δύσεως κι Ἀνατολής,
στό μεταίχμιο ἐδῶ δύο ἀντίρροπων τάσεων.
Σκονισμένος  ἀπό τό μάγμα τῶν κόκκινων χρόνων,
καλοῦμαι ν΄ ἀπαντήσω στό  ἡράκλειο δίλημμα.
Ξέρω πώς τά νεκρά φάσματα δέν πρόκειται ν΄ἀναπαυτοῦν
ἄν δεν καλύψουμε τοῦ αἰῶνα μας τά χαίνοντα χάσματα.

Ἀναθεώρηση τῆς ἀπόφασης δέν προβλέπεται,
Εἶστε ἀμείλικτοι ἐσεῖς τοῦ μέλλοντος οἱ κριτές
γι΄αὐτό πρέπει νά πάψω νά μετεωρίζομαι
σάν παρείσακτος πρόσφυγας δῶθε-κεῖθε.


Ἀλίμονο μου, ἄν τολμήσω νά συμβιβάσω τό ποταπό
καί  τό ὕψιστο πού ἀχάλαστα θεριά μέ τραβοῦν,
παλεύοντας νά ἐπιβληθοῦν τό ‘να στ’ ἄλλο.
Ἐτσι ἐπιστρέφω ξανά στό γνωστό μονοπάτι.

Ἠ ἀκατάλυτη μοῖρα δίχως οἶκτο ὅρισε
τά θεμέλια νἀ  'μαστε τῆς πόλης τῶν ἰδεῶν.
Ἀπάτη τά οὐράνια. Oἱ δυνάμεις πού συσσωρεύω
θά κρίνουν ποιόν δρόμο θ΄ἀκολουθήσω.
Ἀπαγορεύεται νά στρἐψω τό βλέμμα πίσω.
εἶναι ἀμείλικτοι τοῦ μέλλοντος οἱ κριτές.



Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Ἆισμα Πολεμιστήριο



Τά  ὅπλα τους ,  δίχως φραγμούς παρέδωσαν.
Τούς ἀρκεῖ  να τελοῦν μέ τρόπο χριστιανικό,
μνημόσυνα γιά 'κεῖνες τίς χαμένες εύκαιρίες
και νά  κραυγάζουν σά  νήπια.
Τώρα δέν ἀκονίζουν τά ξίφη πού κληρονόμησαν
μ΄ ἀφήνουν ἀπό τίς πληγές τοῦ χρόνου νά σκουριάζουν,
γιά νά θυμοῦνται τά κλέη  τῶν προγόνων .

Σύμφωνα μέ τις βαθυκίτρινες φυλλάδες  συνετίστηκαν,
κι  ὑπάκουσαν  στα κελεύσματα της αλλήθωρης   ηθικής,
βάζοντας ταφόπλακα στούς ὅρκους πού μέ
 θάρρος 'δώσαν μέ τούς συντρόφους  στήν πρώτη νιότη .
Τώρα θυμοῦνται τά περασμένα καί κλαψουρίζουν, αδιαφορώντας
 γιά τ' όμιχλώδες μέλλον τῶν παιδιῶν τους.

Ὁ θρῆνος ὅμως δέν ταιριάζει στούς τολμηρούς!
Ἡ ἀδράνεια γεννᾷ ὑδροκέφαλους ὑποτακτικούς!

Γι΄ αὐτό τίς κάνες ἀπ΄τή σκόνη τῆς ντουλάπας καθαρίζω,
ἔστω καί μόνος  τό σῶμα θά διατηρήσω αὔταρκες. Ἀλώβητο κι  ἀκατάβλητο τό φρόνημα
ἀκόμα κι  ἄν ὑποστῶ τή  συντριβή.
Ὅσοι φυγομαχοῦν ξέρω,  τή νίκη μου θά καπηλευτοῦν.

 Ὁ θρήνος δέν ταιριάζει στούς τολμηρούς !
Ἀς διακηρύττουν πώς ἡ  μοναξιά φτιάχνει  δονκιχῶτες,
ἐγώ τίς ἀσπίδες δέ χαρίζω  στούς  ραβδούχους δούλους .
Μέ  τό  καράβι μου γιά νέα γῆ  θά σαλπάρω,
 γιά  ἀταξίδευτους και λιπόψυχους ἀδιαφορώντας!


Εἰλικρινά ἀπορώ φίλε μου , πῶς κοιμοῦνται  τά βράδια
καί  μέ τι μάτια τά πρωϊνά ἀντικρύζουν  τά  παιδιά τους!

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Στον Η.Σ.


 Ἡ  δική σου πόρτα στέκει  ὀρθάνοιχτη φίλε!
Μακάρι ν΄ ἄνοιγαν διάπλατα ὅλες.
Οἱ ἔνοικοι κάνουν χάζι ἀπό τήν κλειδαρότρυπα,
 ὅμως ποτέ δέν ἀνοίγουν στόν ἀλλόκοτο ὁδοιπόρο.
Φαίνεται ὄτι  ἡ  σύγχρονη κοινωνία  τρέμει τόν Ἄνθρωπο,
τή θέλουν φοβισμένη γιά νά τήν ποδηγετοῦν.
Οἱ διαπροσωπικές σχέσεις θεωροῦνται ξεπερασμένες,
σύμφωνα μέ τήν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα  τῆς ἐποχῆς.
Ὅλα ἀποκτιοῦνται γρήγορα μέ τό πάτημα ἐνός κουμπιοῦ
δέν πρέπει ν' ἀναλωνόμαστε σ'  ἀπαρχαιωμένες μικρότητες,
διαπροσωπικές σχέσεις,  φιλίες καί λοιπές μαλακιές.
Σήμερα ὁ  Χρόνος καταβρόχθισε τόν  Ξένιο Δία
ἐκδικούμενος τήν προαιώνια ἀνταρσία του,
ἐμάς τούς περαστικούς θά διστάσει νά συντρίψει;

Κι ὅμως κάποιοι ἀφήνουμε τήν πόρτα μας ὀρθάνοιχτη.
Ὠς ἡ  ἀνυπότακτη Θηβαία κάποτε,
ἐξορίσαμε  τό φόβο τής συντριβῆς.
Ἐμείς φτερωμένοι σάν τόν Ἴκαρο
θά χανόμαστε λεύτεροι στά πελάγη τῆς σκέψης .
Ἴσως ἀκολουθήσουν κι ἀλλοι τό παράδειγμά μας .

Τό ἀνοιγμα τῆς δικῆς σου πόρτας ,  εἶναι  ἀρκετό.



                            


Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

Ἀνεκπλήρωτο ταξίδι στή Λησμονιά



Μακριά ἀπ΄τή σήψη μακριά ἀπ΄τήν καταχνιά
εἰπαμε πώς θά ταξιδέψουμε !
Στίς ἡδονές, στόν ἔκλυτο τό  βίο,
τό πιοτό  τή ζήση μας χαρίσαμε
Εἴπαμε πώς θά ταξιδέψουμε !
Μακάριο ὔπνο λαχταρῶντας, ἀπ΄ τό  σῶμα μας κυλίσαμε
σέ ξέγνοιαστους κόσμους κι ἀλαργινούς βαθιά στά λησμονιά.
Παρείσακτες μνῆμες στ' ἄβατα χάη ὀρκιζόμασταν νά βυθίσουμε.

 Μἀ  ὁποία θλίψη ! Ἀπατηθήκαμε .
Ἀταφο τόν Ἐλπήνορα
στήν ψυχή μας κουβαλήσαμε,
ἐξανδραποδισμένοι ἀπ΄τῆς γνώσης τή θεά
στῆς σκέψης μιά γιά πάντα τά δεσμά
τό ἐφήμερο τοῦ χρόνου μαυρίσαμε
ὄμως δεν ήρθε λύτρωση καμιά
γιατί τά πάθη τά μεγάλα λαχταρίσαμε.
   
Εἴπαμε πώς θά ταξιδέψουμε!
Μἀ ὀποία θλίψη ! Ἀπατηθήκαμε.
Μ' ὅσα μας 'τάξαν, ὄμως δέν συμβιβαστήκαμε

Κι αὐτό ἀρκεῖ !

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Θεία Μέθεξη

Κι ὄταν αὐτό τό φῶς θά σβήσει, ἐγώ στό σκότος
θά γεύομαι τή γλύκα τῆς ὑπέρτατης  εὐδαιμονίας .
Διψασμένα τά σωθικά μου ἐναγωνίως θά ζητοῦν
τή δροσιά πού τά  χείλη σοῦ χάριζαν,
ὄταν τά ἡδονικά  κορμιά μας πάλλονταν
ἀπολαμβάνοντας τό  ἐκστατικό  ἐκεῖνο ᾆσμα
πού  ἀόρατα ἔψελναν Μουσόληπτοι Ἐρωτιδεῖς
γόνοι μιᾶς ἀρχέγονης Μητέρας Γῆς
πού  ἄπ' τά βάθη τοῦ Πόντου ἔξαφνα ἄναδύθηκε
ὄταν  τό  σύμπαν ξεπήδησε ἀπ’ τα χάη
καί  σάν ἄγριο θεριό ἐξημερώθηκε
κι ὐποτάχθηκε σ΄ἐμᾶς γιά νά  στεγάσει
τούς εὐλογημένους ἀπ’ τή  Χθόνια Θεά πόθους μας.

Σαγηνεμένη ἀπό 'σένα ἡ Οὐράνια οἰνοχόος
ξέγνοιαστα μᾶς μεθοῦσε γεμίζοντας τοῦς κρατῆρες
μέ κρασί πού οἱ  Βοτρυάδες Νύμφες τοῦ Ἰάκχου
πότιζαν μέ τό δάκρυ τους γιά ν' ἀνακουφίσουν
τήν πίκρα τῶν θλιμμένων ἐραστῶν τους
γιά τ’ ὁρισμένο ἀπ΄τή Μοῖρα Ἄτραπο τέλος .

Ὄταν εὐλαβικά σμίγαμε γιά νά θυσιάσουμε
τόν ἄχραντο ἱδρῶτα μας στούς βωμούς τῆς Κοσμογόνας Ἕλξης
ἡ  Θεία Ἐργάνη πρόσταζε ὀρεσίβιες παρθένες Κόρες
νά  πλέξουν από ἀγριλιά ἀμάραντα στεφάνια
γιά  νά  μᾶς στέψει ἀόρατη η  ζωοδότρα Λιβιδώ
κι  ὀ  πτερωτός καί  πλᾶνος  Ἵμερος
ἀποθεώνοντας τή  σαρκική μας μετουσίωση.

Ἀκόμα κι ἄν κάτωχρος κι ἀπόκληρος
περιπλανιέμαι σέ δύσβατα μονοπάτια
ἡ  πεπερασμένη ψυχή μου θά λυτρώνεται
συναισθανόμενη  τήν ὑπερκόσμια  συμμετρία.